«The truth is never clear/ perhaps again next year/
the hope lives on beneath the blazing sun/one day you’ll come…»
(Bruce
Dickinson)
Το νερό
χαϊδεύει τον λαιμό, βουλώνει τα αυτιά.. Βαθιά ανάσα ̇ το κεφάλι βουλιάζει μέσα
στην υδάτινη λαίλαπα καθώς και το τελευταίο βλέφαρο παραδίδεται στη βαθιά
βουτιά. Το μόνο που μένει είναι το νερό και το ρυθμικό τικ-τακ της καρδιάς να
κουδουνίζει έντονα μέσα στα αυτιά και να δονεί το νερό. Και μέσα σ’ αυτό το
χτύπο όλα νεκρώνουν. Τα συναισθήματα μετριάζονται, ο πόνος παγώνει…για
λίγο…Έστω …Λίγα δευτερόλεπτα ελευθερίας, δευτερόλεπτα απόλυτης απουσίας όλων.
Δε συνήθιζα συχνά
να κάνω τέτοιες βουτιές…Τώρα θέλω ,επιδιώκω να ζω όλη την ώρα μέσα σε μια τέτοια.
Γιατί όταν είμαι εκτός, πονάω και οι σουβλιές είναι τόσο έντονες που ανακατεύουν
το μέσα μου και θέλω να αδειάσω τον εαυτό μου στη πρώτη εύκαιρη γωνία.
Να βγει το δηλητήριο, να
βγει όλη αυτή η βρώμικη πίσσα που έχει καρφωθεί στα πνευμόνια μου και δε με αφήνει
να πάρω ανάσα .Που κάθε μέρα με τρώει όλο και περισσότερο μέχρι να βγάλω αίμα.
Είναι επικίνδυνο το μικρόβιο…ύπουλο…Και δεν υπάρχει
ιατρικό για να σε σώσει ή έστω να απαλύνει τις πληγές. Είναι εκείνος ο ιός που
σε κάνει να μετράς κάθε βράδυ τα αστέρια σχηματίζοντας γράμματα, εκείνος που σε
κάνει να δακρύζεις στο άκουσμα ενός τραγουδιού, που σε κάνει να κλείνεσαι μέσα
σ’ ένα δωμάτιο με χαμηλά φώτα και μουσική και να αραδιάζεις τη ψυχή σου σε
σκόρπια χαρτιά, οπισθόφυλλα βιβλίων, μέσα στο ημερολόγιο που είχες ανέγγιχτο
μέσα στο συρτάρι.
Έρωτας…
Γελάω πολύ με το άκουσμα της λέξης. Όλοι συνηθίζουμε να
τον επιδιώκουμε στη ζωή μας. Όλοι τον επαινούμε όταν έρχεται, τον θεωρούμε
καλό, απαραίτητο. Τρελαινόμαστε από χαρά όταν τύχει και μας πιάσει στα όμορφα
καμωμένα τριανταφυλλένια δίχτυα του. Λέμε μας δίνει δύναμη, μας αναζωογονεί,
μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί.
Η κουρτίνα της αυλαίας όμως πάντα πέφτει. Και κάποτε τα όμορφα
δώρα του έρωτα μπαίνουν σ’ ένα μισοσκισμένο χαρτόκουτο και πάνε στην άκρη για
το σκουπιδότοπο που μαζεύονται όλα τα σπασμένα όνειρα, τα ματωμένα αισθήματα,
οι χιλιοσκισμένες καρδιές.
Όλα στοιβαγμένα σαν ψόφια
κρέατα σε μια παλιά ,βρώμικη μάντρα με την ταμπέλα «προς κατεδάφιση».
Τίποτα δε χαρίζει ο έρωτας. Ο,τι χαρίζει το παίρνει πάντα
πίσω. Ξέρει τι ακριβώς κάνει και σαν επαγγελματίας δολοφόνος περιμένει απλά τη κατάλληλη
στιγμή. Όταν τα δώρα του γίνουν ένα με το σώμα σου, κολλήσουν στο πετσί σου, κυλήσουν
στο αίμα σου, πυρακτωθούν με το είναι σου, γυρνά πίσω ̇ αδίστακτα με ένα κοφτερό
μαχαίρι στα ξεριζώνει αποκόβοντας όμως μαζί την ίδια σου τη σάρκα. Και μένεις γεμάτος
τρύπες, γεμάτος αίμα από πληγές που καίνε και δε μπορούν να κλείσουν ποτέ. Ο χρόνος
ποτέ δε μπόρεσε να τις κλείσει, ούτε καν να τις ξεχάσει. Φτάνει μια στιγμή για
να έρθουν όλα στο προσκήνιο του μυαλού σου και να αναβρύσει το αίμα από κάθε πτυχή
του κομματιασμένου εαυτού σου.
Κοίτα με! Κοίτα τις πληγές
μου. Τις ξεσκισμένες σάρκες μου. Τ ι μου έμεινε πια; Μόνο η ανάμνηση. Μα κι
αυτή πονάει. Δεν θέλω να ερωτευτώ. Ποτέ ξανά. Γιατί ο έρωτας σκίζει…κομματιάζει.
Κοίτα τη ψυχή μου! Σκισμένη κορδέλα που τινάζει ο αέρας!
Βαθιά ανάσα. Μαρμαρώνει η σκέψη. Παγώνει ο πόνος. Εύχομαι
αυτή η βουτιά να κρατήσει για πάντα.