Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

ΒΟΥΤΙΑ



              



«The truth is never clear/ perhaps again next year/ the hope lives on beneath the blazing sun/one day you’ll come…»
                                (Bruce Dickinson)





Το νερό χαϊδεύει τον λαιμό, βουλώνει τα αυτιά.. Βαθιά ανάσα ̇ το κεφάλι βουλιάζει μέσα στην υδάτινη λαίλαπα καθώς και το τελευταίο βλέφαρο παραδίδεται στη βαθιά βουτιά. Το μόνο που μένει είναι το νερό και το ρυθμικό τικ-τακ της καρδιάς να κουδουνίζει έντονα μέσα στα αυτιά και να δονεί το νερό. Και μέσα σ’ αυτό το χτύπο όλα νεκρώνουν. Τα συναισθήματα μετριάζονται, ο πόνος παγώνει…για λίγο…Έστω …Λίγα δευτερόλεπτα ελευθερίας, δευτερόλεπτα απόλυτης απουσίας όλων.
             Δε συνήθιζα συχνά να κάνω τέτοιες βουτιές…Τώρα θέλω ,επιδιώκω να ζω όλη την ώρα μέσα σε μια τέτοια. Γιατί όταν είμαι εκτός, πονάω και οι σουβλιές είναι τόσο έντονες που ανακατεύουν το μέσα μου και θέλω να αδειάσω τον εαυτό μου στη πρώτη εύκαιρη γωνία.
Να βγει το δηλητήριο, να βγει όλη αυτή η βρώμικη πίσσα που έχει καρφωθεί στα πνευμόνια μου και δε με αφήνει να πάρω ανάσα .Που κάθε μέρα με τρώει όλο και περισσότερο μέχρι να βγάλω αίμα.

            Είναι επικίνδυνο το μικρόβιο…ύπουλο…Και δεν υπάρχει ιατρικό για να σε σώσει ή έστω να απαλύνει τις πληγές. Είναι εκείνος ο ιός που σε κάνει να μετράς κάθε βράδυ τα αστέρια σχηματίζοντας γράμματα, εκείνος που σε κάνει να δακρύζεις στο άκουσμα ενός τραγουδιού, που σε κάνει να κλείνεσαι μέσα σ’ ένα δωμάτιο με χαμηλά φώτα και μουσική και να αραδιάζεις τη ψυχή σου σε σκόρπια χαρτιά, οπισθόφυλλα βιβλίων, μέσα στο ημερολόγιο που είχες ανέγγιχτο μέσα στο συρτάρι.
Έρωτας…
            Γελάω πολύ με το άκουσμα της λέξης. Όλοι συνηθίζουμε να τον επιδιώκουμε στη ζωή μας. Όλοι τον επαινούμε όταν έρχεται, τον θεωρούμε καλό, απαραίτητο. Τρελαινόμαστε από χαρά όταν τύχει και μας πιάσει στα όμορφα καμωμένα τριανταφυλλένια δίχτυα του. Λέμε μας δίνει δύναμη, μας αναζωογονεί, μας κάνει να νιώθουμε ζωντανοί.

            Η κουρτίνα της αυλαίας όμως πάντα πέφτει. Και κάποτε τα όμορφα δώρα του έρωτα μπαίνουν σ’ ένα μισοσκισμένο χαρτόκουτο και πάνε στην άκρη για το σκουπιδότοπο που μαζεύονται όλα τα σπασμένα όνειρα, τα ματωμένα αισθήματα, οι χιλιοσκισμένες καρδιές.
Όλα στοιβαγμένα σαν ψόφια κρέατα σε μια παλιά ,βρώμικη μάντρα με την ταμπέλα «προς κατεδάφιση».
            Τίποτα δε χαρίζει ο έρωτας. Ο,τι χαρίζει το παίρνει πάντα πίσω. Ξέρει τι ακριβώς κάνει και σαν επαγγελματίας δολοφόνος περιμένει απλά τη κατάλληλη στιγμή. Όταν τα δώρα του γίνουν ένα με το σώμα σου, κολλήσουν στο πετσί σου, κυλήσουν στο αίμα σου, πυρακτωθούν με το είναι σου, γυρνά πίσω ̇ αδίστακτα με ένα κοφτερό μαχαίρι στα ξεριζώνει αποκόβοντας όμως μαζί την ίδια σου τη σάρκα. Και μένεις γεμάτος τρύπες, γεμάτος αίμα από πληγές που καίνε και δε μπορούν να κλείσουν ποτέ. Ο χρόνος ποτέ δε μπόρεσε να τις κλείσει, ούτε καν να τις ξεχάσει. Φτάνει μια στιγμή για να έρθουν όλα στο προσκήνιο του μυαλού σου και να αναβρύσει το αίμα από κάθε πτυχή του κομματιασμένου εαυτού σου.
           
Κοίτα με! Κοίτα τις πληγές μου. Τις ξεσκισμένες σάρκες μου. Τ ι μου έμεινε πια; Μόνο η ανάμνηση. Μα κι αυτή πονάει. Δεν θέλω να ερωτευτώ. Ποτέ ξανά. Γιατί ο έρωτας σκίζει…κομματιάζει. Κοίτα τη ψυχή μου! Σκισμένη κορδέλα που τινάζει ο αέρας!

            Βαθιά ανάσα. Μαρμαρώνει η σκέψη. Παγώνει ο πόνος. Εύχομαι αυτή η βουτιά να κρατήσει για πάντα.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

prince







Ματώνω και πονάω από κάθε πόντο, κάθε κύτταρο της ψυχής μου. Αν μπορούσα να δώσω μια εικόνα του μέσα μου θα ήταν μια σωρός από ξεσκισμένες σάρκες ,αναμεμειγμένες με δισεκατομμύρια θρύψαλα ελπίδων, συντρίμμια ονείρων. Μια ακαθόριστη σάπια μάζα στοιβαγμένη στην πιο λεπτή και πιο εύθραυστη ίνα του μισοπεθαμένου εγώ μου.
            Είναι λες και είμαι κλεισμένη σ’ ένα υπερβολικά στενό, μικρό και σκοτεινό δωμάτιο, χωρίς πόρτα, χωρίς παράθυρα, χωρίς την παραμικρή δέσμη φωτός να ξεδιαλύνει το σχήμα του χώρου. Κι εγώ να προσπαθώ γδέρνοντας με τα νύχια μου τους τοίχους να ξεφύγω.. να αναπνεύσω.. Το μόνο που καταφέρνω είναι να αποκτήσω μερικά ματωμένα από την προσπάθεια δάχτυλα και μια κουρελιασμένη ελπίδα.. Ελπίδα σε κάτι που δεν ξέρω αν τελικά υπάρχει.

            Απομακρύνεσαι. Φεύγεις. Χάνεσαι. Ώσπου δεν μπορώ να διακρίνω ούτε καν το σχήμα της σκιάς σου στο καυτό χώμα του δρόμου.
Δεν έχω φωνή να σου φωνάξω. Δεν έχω χέρια να σε αγγίξω ̇ ούτε πόδια να τρέξω πίσω σου ..Κολλημένο το σώμα μου στην λάσπη της λίμνης, βυθίζομαι προς τα κάτω. Η στάθμη του νερού ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά. Τα ρουθούνια μου καίγονται και τα πνευμόνια μου γεμίζουν νερό. Πνίγομαι..
Νιώθω τις αισθήσεις μου να με εγκαταλείπουν και αφήνομαι…Δίνομαι να με παρασύρει το απόλυτο, το απείθαρχο τίποτα. Κι εύχομαι  μόνο να μην πονάω άλλο.

Ξέρεις κάτι ; Αισθάνομαι σαν το τριαντάφυλλο του μικρού πρίγκιπα. Ο πρίγκιπας το αφήνει για να πάει σε νέους κόσμους, να γνωρίσει ανθρώπους, να κάνει φίλους, να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Ίσως τελικά αν το λουλούδι του δεν ήταν τόσο γκρινιάρικο, αν έδειχνε πόσο πολύ αγαπούσε το αγόρι που το φρόντιζε, να το έπαιρνε μαζί του σ’ αυτό το μεγάλο ταξίδι. Ο χρόνος όμως δεν μπορεί να γυρίσει πίσω ̇ το λουλούδι δεν μπορεί να αλλάξει έτσι γρήγορα. Κι έτσι μένει πίσω.
Μένω μόνη μου χωρίς γυάλα, με μόνο τρία αγκαθάκια να προστατεύω τον εαυτό μου και έχοντας να αντιμετωπίσω το κρύο, τις κάμπιες, τα θηρία και τον φόβο έκρηξης ενός ενεργού ηφαιστείου στον πλανήτη μου.
Κρυώνω πολύ τις νύχτες, φοβάμαι την κάθε σκιά που σχηματίζεται από το φως του φεγγαριού ̇ φοβάμαι ακόμα και το δικό μου σκιαγραφημένο είδωλο. Πόσο γελοία θα με βλέπει όποιος με κοιτά από ψηλά! Οι μέρες κυλάνε και οι νύχτες ξημερώνουν και νιώθω μέσα μου μια τεράστια τρυπά που ολοένα μεγαλώνει.. Με τρώει από μέσα όπως το σκουλήκι κατατρώει το μήλο. Απέξω δεν διακρίνεται τίποτα ̇ φτάνει όμως να το κόψεις στην μέση για να δεις την βρώμα και την σαπίλα.
Μου λείπει ο πρίγκιπας μου. Μου λείπει πολύ.. Το χαμόγελο του…Εκείνο το μελαγχολικό χαμόγελο του που μπορούσε να χωρέσει μέσα του όλο μου τον κόσμο. Μου λείπουν εκείνα τα μάτια του που μπορούσαν μέσα σε μια στιγμή να σου ζεστάνουν και το πιο απόμακρο, παγωμένο κάστρο της καρδιάς σου. Μου λείπει εκείνη η αγάπη και η φροντίδα που με περιέβαλλαν καθώς με σκέπαζε με την γυάλα. `Η όταν καθόταν και έβλεπε τα ηλιοβασιλέματα το ένα πίσω από το άλλο.1, 2,3,4,5, 6….43!Τοσα μέτρησα μια μέρα…Τον έκανα να νιώθει πολύ μόνο τον πρίγκιπα μου..

Και τώρα εκείνος έχει φύγει ..Είναι κάπου πολύ μακριά που δεν μπορώ ούτε καν να τον ονειρευτώ..
Προσπαθώ να φέρω στο μυαλό μου το όμορφο πρόσωπο του και να παρηγορηθώ από αυτήν την σκέψη. Συνεχίζω όμως και πονάω και η τρυπά δεν φαίνεται να σταματά να καεί.
Μικρέ μου ,όμορφε ,μελαγχολικέ μου πρίγκιπα εύχομαι να είσαι καλά όπου και να είσαι. Ελπίζω να έχεις βρει τους ανθρώπους που τόσο πολύ ήθελες να γνωρίσεις και να έχεις εξημερώσει φίλους..

Ξέρεις ποιο είναι το αστείο σε όλη αυτή την ιστορία ; Ο,τι τελικά εγώ δεν ήμουν ποτέ το τριαντάφυλλο σου. Ήμουν απλά άλλο ένα τριαντάφυλλο μέσα στα εκατομμύρια των κήπων…


Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Αλλιώτικο γράμμα



Μικρέ μου Σήζαρ,

Σήμερα αποφάσισες να προσθέσεις τη μελωδική σου φωνούλα στον ύμνο των αγγέλων. Σήμερα  αποφάσισες να συντροφέψεις το παιχνίδι τους στους καταπράσινους κήπους του ουρανού με το δικό σου γέλιο. Άφησες τη προστατευτική αγκαλιά της μαμάς και του μπαμπά και πήγες να παίξεις στη παιδική χαρά που ο Θεός έφτιαξε για σένα και για παιδάκια σαν κι εσένα.
Ελπίζω να βρήκες και να έκανες ήδη φίλους εκεί πάνω.
           
            Από την αρχή που μάθαμε για την ύπαρξη σου ήσουν ένα μικρό θαύμα. Ένα θαύμα που έκανε τις ζωές μας μαγικές και τις φώτισε με χρώμα.
Κανείς δεν σου έδινε ελπίδα, κανείς δεν πίστευε πως θα τα καταφέρεις να γεννηθείς.
Κι όμως…εσύ το πάλεψες…αγωνίστηκες σκληρά…γαντζώθηκες από τη ζωή και τα κατάφερες…Σαν ένας πρωταθλητής πυγμάχος που αγωνίζεται χρόνια ολόκληρα και που δεν επαναπαύεται μόνο στη προσπάθεια.

Μου λείπεις…Μου λείπεις πολύ γιε μου .Κι ακόμα κι αν λένε πως οι μπαμπάδες δεν κλαίνε, εγώ έπιασα τον εαυτό μου πολλές φορές να το κάνω σήμερα. Μου λείπεις. Κι είναι τόσο μεγάλη η τρύπα που μου άφησες φεύγοντας που νιώθω ακόμα και τον αέρα να με διαπερνάει και να παγώνει κάθε εκατοστό μέσα μου…
            Γιατί ξέρω…Ξέρω πως τα βράδια που θα έρχομαι στο δωμάτιο σου για εκείνο το τελευταίο φιλί της καληνύχτας , η κούνια σου θα είναι άδεια.
Γιατί εκείνα τα ρουχαλάκια που είναι ακουμπισμένα στη καρέκλα δεν θα φορεθούν ποτέ, δεν θα μυρίσουν πια γάλα και πούδρα όπως συνήθιζαν.
Κι τα παιχνιδάκια σου απλά θα σκονίζονται στο κουτί τους αφού τα δυο σου χεράκια δεν θα τα αγγίξουν πάλι. Eκείνη η γλυκιά σου φωνούλα δε θα με ξυπνήσει πάλι το βράδυ για να σε πάρω αγκαλιά και να σε κοιμίσω στα χέρια μου επειδή είδες εφιάλτη

Είναι δύσκολο για έναν πατέρα .Είναι δύσκολο για μένα να μη σε δω να μεγαλώνεις. Ποτέ δεν θα μάθω σε ποιον τελικά έμοιασες ,σε εμένα ή στη μαμά.  Δεν θα σε δω να περπατάς, να λες την πρώτη σου κουβεντούλα ,να γράφεις το πρώτο σου γράμμα…Δεν θα σου δώσω ποτέ εκείνο το παραπάνω χαρτζιλίκι για να βγάλεις έξω την κοπέλα σου….
.
Είναι πολλά αυτά που χάνω .Είναι μια ζωή μαζί σου αυτή που χάνω. Και η απώλεια αυτή με πονάει .Δε σε χόρτασα…Δε θα μου έφτανε ούτε μια αιωνιότητα για να σε χορτάσω
Ξέρεις κάτι; Αμφέβαλλα για πολλά στη ζωή μου. Αν θα γινόμουν καλός πατέρας, αν όλα όσα έδινα σε εσένα και τη μαμά ήταν αρκετά…Αλλά έφτανε να κοιτάξω μια στιγμή  μέσα στα μάτια σου για να πάρω την απάντηση. Έφτανε ένα σου χαμόγελο για να κάνει τη ζωή μου να είναι γεμάτη ακριβώς όπως ήταν…



Δεν ξέρω τι καιρό κάνει εκεί πάνω. Η μαμά σου μου είπε να σου γράψω να ντύνεσαι καλά και να φοράς πάντα το κασκόλ σου. Να μην τρως πολλά γλυκά με τους φίλους σου γιατί χαλάνε τα δόντια…Την ξέρεις τώρα τη μαμά..
Εγώ θα σου πω απλά να έρχεσαι καμία φορά τα βράδια στο όνειρο μας να μας επισκέπτεσαι. Μπορεί και να σου μάθω να παίζεις ποδόσφαιρο αν έρχεσαι συχνά.

Να ξέρεις πως τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο χωρίς εσένα.


Καληνύχτα πιτσιρίκο…

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΝΕΡΑΙΔΑ



                                                ΝΕΡΑΙΔΑ


«Suddenly I know I’m not sleeping hello I’m still here… all that’s left of yesterday…»
                                                                        EVANESCENCE



            Τρίζει η μοναξιά. Κι εκείνος ο ήχος της σιωπής καθώς χτυπάει στους τοίχους του δωματίου με ανατριχιάζει. Ένας ήχος σαν αυτόν που κάνουν οι πορσελάνινες κούκλες όταν τους κουνάς τα χέρια · εκείνο το ξερό κρακ-κρακ της πορσελάνης που τρίβεται.
            Κι εσύ φοβόσουν τις κούκλες · αυτές με τα γυάλινα μάτια που έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι , τα τέλεια πρόσωπα τους που γίνονταν σκληρά με τις σκιές από το φως , τη παγωμένη ακινησία τους… Αυτή η ακινησία που φάνταζε πως θα έσπαγε μετά τα μεσάνυχτα.

            Βιαζόσουν. Από τότε που σε θυμάμαι βιαζόσουν για τα πάντα. Να πας πρώτη σχολείο , να ψηλώσεις ,να βρεις τον έρωτα. Ήθελες να μεγαλώσεις γρήγορα , να φύγεις , να αρχίσεις το ξέφρενο κυνήγι με την απόχη προσπαθώντας να πιάσεις τις πολύχρωμες ονειροπεταλούδες. Η πιο τολμηρή από τις δυο. Η πιο δυνατή. Κι αυτή που αποχώρησε πρώτη.
           
            Όπου και να πάω ο τόπος με πνίγει. Δε χωράω πουθενά. Όλα γίνονται ασφυκτικά μικρά και δε μπορώ να αναπνεύσω. Θέλω να ουρλιάξω κι η φωνή δε φτάνει μέχρι το στόμα . Σα να τη τραβά κάποιος με δύναμη προς τα κάτω. Περπατάω στο δρόμο κι πέφτει μια βαριά μαύρη κουρτίνα που με διαχωρίζει από τον κόσμο.
Είμαι αλλά ταυτόχρονα λείπω. Ακούω τις φωνές , βλέπω, μα νιώθω όλα να είναι ένα φάντασμα από μια άλλη διάσταση. Όπως η αίσθηση του να μπαίνεις σε μια ταινία , να βλέπεις τη δράση αλλά εσύ απλά να παρακολουθείς χωρίς να μπορείς να συμμετέχεις.


            Στο μυαλό μου τρέχουν συνεχώς εικόνες… Εικόνες από στιγμές. Τα αυτιά γεμίζουν ήχους από αναμνήσεις. Κι αυτή η συνάντηση εικόνων, ήχων , χρωμάτων από βιώματα έρχεται και με χτυπάει με λύσσα στα βράχια της θύμησης. Το κύμα ορμητικό σκάει πάνω μου και με σκάβει ώσπου γίνομαι ένα ανάγλυφο λειψών ονείρων…
Μετατρέπομαι σε ανδρείκελο που χορεύει στον φάλτσο ρυθμό ενός σπασμένου μουσικού κουτιού.

            Σα χτες μοιάζουν τα χρόνια που χωνόμασταν μέσα στις γυαλιστερές σελίδες των παραμυθιών και διαβάζαμε για όμορφες πριγκίπισσες , για μαγεμένους βατράχους, για θαύματα που συνέβαιναν σε ανύποπτο χρόνο κι έδιναν λύση σαν από μηχανής θεός . Κι έτσι επιλέξαμε να ζούμε τη κάθε μέρα · με μαγεία και φαντασία. Εγώ το ξωτικό κι εσύ η νεράιδα. Ρόλοι που σα παιδιά επιλέξαμε ,προσδίδοντας μια ψευδαίσθηση παραμυθιού στη γκρι πραγματικότητα. Ρόλοι που κρατήσαμε και σα μεγάλα μα πάντα παιδιά.

………………………………………………………………………

            Και περνούσαν τα χρόνια. Κι η νεράιδα άνοιγε τα  φτερά της και γινόταν τεράστια ,όμορφη τόσο πολύ… Και πετούσε τόσο ψηλά… σ’ ένα κόσμο που είχε μάθει να ζει με τα πόδια κολλημένα μέσα στο τσιμέντο.
            Ώσπου μια μέρα ήρθε ένας ξυλοκόπος κι έκοψε το δέντρο που κατοικούσε και προστάτευε η νεράιδα. Μα όταν πεθαίνει η φωλιά της, πεθαίνει μαζί και αυτή.
Κι έτσι απλά η μικρή νεράιδα έγειρε στο χώμα δίπλα από το δέντρο της και κοιμήθηκε για πάντα. Έφυγε ήσυχα, αθόρυβα, τόσο μαγικά όσο είχε μπει στον κόσμο μας.


            Κοιμήθηκες για πάντα και δε πρόλαβα να σου πω ούτε καληνύχτα. Έφυγες αφήνοντας με να τελειώσω ένα παραμύθι που κουτσαίνει. Μόνη μου… να πολεμάω ο,τι με τρομάζει.
            Εύχομαι ο ύπνος σου να είναι γλυκός και βαθύς…Ίσως σε κάποιο όνειρο ν’ ανταμώσουμε πάλι…

Ένα λαβωμένο ξωτικό

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2012

an borousa



                                    ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ…

Δεν μου έμειναν λέξεις , ξεράθηκαν τα λόγια ,αρρώστησαν οι σκέψεις για να μπορώ να σε ζωγραφίζω μέσα από τα γράμματα που πνίγουν τις σελίδες μου.
Έτσι έμεινα ξεπεσμένο φάντασμα να στοιχειώνω τις ξέρες των ακτών μου..
Βιβλιοσκούληκο να κατατρώω μια -μια τις σελίδες του έργου του βυθού μου.


            Θυμάμαι εκείνη την πρώτη φορά που τα χέρια μου τυλίχτηκαν γύρω σου και είπα « σ ’αγαπώ ». Γέλασες αμήχανα και με κοίταξες με τα πιο όμορφα βουρκωμένα μάτια καθώς η φωνή σου με χάιδευε ψιθυρίζοντας μου « κι εγώ ». Κι ύστερα σιωπή ̇ γιατί τα λόγια έδωσαν θέση στα συναισθήματα ,καθώς η καρδιά μου συντονιζόταν με τους χτύπους της δικής σου.
            Έχει περάσει καιρός… Κι είναι πληγή τα λόγια σου που ακόμα στοιχειώνουν τα όνειρα μου κάθε φορά που κλείνω τα μάτια. Κι η ανάμνηση σου με πονάει …μα πάντα τη σκιαγραφώ στις σκέψεις μου ̇ ελπίζοντας πως ίσως μια μέρα ζωντανέψεις.
            Έμενα εδώ…τόσο καιρό εδώ. Κι ας ήξερα πως δεν κυλάω στο αίμα σου. Είναι αργά…

            Εκείνα τα μάτια σου δεν τα ξεχνάω ̇ πάντα τα θυμάμαι. Σε θυμάμαι να με παίρνεις αγκαλιά τα βράδια για να μην φοβάμαι ,να με κρατάς σφιχτά λέγοντας μου σιγανά « είμαι εδώ…για σένα…πάντα. »Κι όσο κι αν φοβόμουν έτσι απλά κοιμόμουν μέσα στα χέρια σου… Συνέχισα να μένω εδώ και για πρώτη φορά πίστευα στα παραμύθια.
            Και γυρνούσε ο τροχός με την κόκκινη κορδέλα. Και έπεσαν οι μάσκες. Εσύ ο πρίγκιπας και εγώ η μάγισσα. Δυο κόσμοι συμβατικά αντίθετοι ακόμα και στην εφικτή πραγματικότητα των παραμυθάδων.
            Κάποτε θύμωνα με τον εαυτό μου για αυτό. Δεν θυμώνω πια…Δεν θυμώνω. Γιατί ξέρω πως για μια στιγμή με έκανες  κι έγινα η Σταχτοπούτα…Για μια στιγμή είχα την δυνατότητα να χορέψω με τον όμορφο πρίγκιπα. Μέχρι τις 12 τα μεσάνυχτα…Μέχρι να λυθούν τα μάγια.


            Πίστεψα πως σταμάτησα να γράφω για σένα. Αλλά γράφω εξαιτίας σου. Δίνω εικόνα στα πράγματα εξαιτίας σου. Περισσότερο συχνά από το που και που…
            Δεν ξαναείδα τόσο όμορφα βουρκωμένα μάτια, μάτια αληθινά…Ποτέ σαν τα δικά σου…Μάτια που γέμιζαν το δωμάτιο, γέμιζαν την ψυχή μου…
            Κι έμενα εδώ. Έμενα εκεί…Σκέφτηκα πως ήρθε ο καιρός να φύγω. Αν μπορούσα…Τρίζει η μοναξιά μου και το γυαλί θαμπώνει από την ανάσα μου. Κι είμαι μέσα σε ένα γυάλινο ενυδρείο  κλεισμένη χωρίς να βλέπω, γιατί δεν θέλω να ξέρω πως θα είναι να μη νιώθω την ζεστασιά της ανάσας σου στο λαιμό μου από εδώ και πέρα…


            Θα ήθελα να σε ζωντανέψω έστω για ένα βράδυ. Μονό που αυτή τη φορά εγώ θα μείνω ξύπνια για χάρη σου να σε προσέχω.
Όπως τότε…Όπως εκείνη την φορά…
Σςςςςςςςςς………Κοιμήσου καρδιά μου…

ΒΡΟΧΗ



ΑΚΟΥΣ ΤΗ ΒΡΟΧΗ;
ΜΑΡΤΥΡΑΕΙ ΜΙΚΡΑ ΧΑΜΕΝΑ ΜΥΣΤΙΚΑ…
ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΚΑΛΑ ΣΤΙΣ ΑΘΩΕΣ ΠΑΙΔΙΚΕΣ ΨΥΧΕΣ….
ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΟΥ ΧΑΝΟΝΤΑΙ….
ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ…
ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΙΝΩ ΠΑΙΔΙ….


ΜΕΓΑΛΩΝΩ…
ΧΑΝΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ,
ΤΟΝ ΠΑΙΔΙΚΟ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΟ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ..
ΓΙΑΤΙ ΟΛΑ ΧΑΝΟΝΤΑΙ..


ΑΚΟΥ…
ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΑΠΟΡΡΟΦΟΥΝΤΑΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΥΓΡΟ ,ΓΗΙΝΟ ΧΩΜΑ.
ΚΥΛΟΥΝ ΣΤΟ ΡΥΑΚΙ ΠΟΥ ΣΧΗΜΑΤΙΣΤΗΚΕ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ..
ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΟΝΤΑΙ..
ΦΕΥΓΟΥΝ…
ΧΑΝΟΝΤΑΙ..


ΟΙ ΑΣΤΡΑΠΕΣ ΕΙΝΑΙ ΦΩΝΕΣ..
ΦΩΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΚΟΥΣΤΗΚΑΝ…
ΓΙΑΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΝΟΙΑΣΤΗΚΕ ΝΑ ΤΙΣ ΑΚΟΥΣΕΙ…


ΕΜΕΝΑ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΜΕ ΕΝΟΙΑΖΕ…
ΗΘΕΛΑ..
ΚΑΙ ΦΩΝΑΞΑ…
ΚΙ ΑΣ ΜΗΝ ΕΙΧΑ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ…

roua mat



                                    «ΡΟΥΑ ΜΑΤ»



            Το ξέρω πως είχα πει θα σταματήσω να γράφω για σένα. Κι αυτή τη φορά όμως μου φαίνεται θα γράψω τα ίδια. Πάλι.
Έχω σταματήσει να κρυφοκλαίω μήνες τώρα… Παρόλα αυτά κάθε μέρα είναι κραυγή, φωτιά που στέκεται στο θώρακα και καίει με τις αναθυμιάσεις τους πόρους της μύτης. Περιμένω να ξεσπάσει, να γίνει ποτάμι ορμητικό αλλά εκείνο μένει στάσιμο · βράχνας και κόμπιασμα μαζί.
            Δε σε σκέφτομαι. Όχι όπως συνήθιζα μάλλον. Μα υπάρχουν στιγμές που ξεπηδάς όπως εκείνα τα παιχνίδια που πετάγονται ξαφνικά μόλις αγγίξεις το κουτί τους. Κάθε σου εμφάνιση καθήλωμα, μπέρδεμα.
            Δε με πονάς πια…ίσως γιατί συνήθισα να με χτυπάς στο ίδιο σημείο. Ανήκεις σ’ αυτούς που δε ψάχνουν για νέες πληγές · βρίσκεις τη μια και εκεί αράζεις, εκεί γδέρνεις. Κι αν δεν αφήνεις τη πληγή μου να κλείσει… κοιτά να δεις! Σα να σκλήρυνε το αίμα μου και δε τρέχει παρά μονάχα αφήνει το δέρμα να βασανίζεται. Έφτασες κόκαλο αλλά δε νιώθω τίποτα. Κι έφτασες πολύ βαθιά.
            Ολοένα έγραφα για τις αισθήσεις που συγκρατούσαν τη μορφή σου. Καθώς φαίνεται τις έχασα γιατί έχω πάψει να σε θυμάμαι… Δε θυμάμαι… Σα να έχεις γίνει τραγούδι που δε μπορώ να φέρω στο μυαλό μου τη γεύση που μου άφησε όταν το άκουσα τη πρώτη φορά. Άσχημο δεν είναι;
            Λένε οι αναμνήσεις διατηρούν τους ανθρώπους. Από σένα πάντως έχω μόνο εικόνες · άηχες, άγευστες…εικόνες με ένεση ολικής αναισθησίας.
            Σε βλέπω και δε νιώθω τη παρουσία σου πουθενά μέσα μου · απλά φαντάζομαι πως θα ήταν ΑΝ υπήρχε…ΟΤΑΝ υπήρχε…
Συνειρμικά παρομοιάζω τη κατάσταση με αυτή του ασθενή επάνω στο χειρουργικό τραπέζι. Είναι ακίνητος, χωρίς να καταλαβαίνει τη διαδικασία της εγχείρησης. Η εικόνα εντούτοις της λεπίδας που τρέχει στο κορμί του φτάνει για να ερεθίσει το μυαλό κι έτσι φανταστικά να πονέσει.
            Περίεργο κεφάλαιο το μυαλό. Επικίνδυνο χαρτί. Η καρδιά μπορεί να είναι αυτή που τρώει πρώτη τη σφαίρα αλλά η φύση την έχει προγραμματίσει έτσι που να αυτογιατρεύεται. Αντίθετα το μυαλό δε ξεχνά. Η εικόνα κολλάει πάνω του και το σκάβει όλο και πιο βαθιά. Πάνω σ’ αυτή, εκείνο μπορεί με τη σειρά του να δημιουργήσει εμμονές από το τίποτα. Είναι ικανό να σε νοσήσει απλά και μόνο από τη σιγουριά που προσδίδει στην εικόνα.
           

            Καλοκαιρινός καιρός απόψε… δε φυσάει όμως ούτε λίγο.
Ξέρεις… ώρες ώρες σκέφτομαι πως θα ήθελα να ήσουν αστέρι… Όχι για να είσαι ψηλά και να λάμπεις. Δε θέλω να σε βλέπω άλλο. Θα 'θελα να ήσουν αστέρι για να ξέρω ότι κάποτε θα σβήσεις και θα πέσεις από τον ουρανό μου. Θα 'θελα να ήσουν πεφταστέρι για να είσαι η ευχή μου πως όλα θα είναι καλύτερα από εδώ και πέρα ή τουλάχιστον θα γίνουν με τον καιρό.
……………………………………………………………………………………….
            Κάθε θάνατος αστεριού κρύβει μέσα του την ελπίδα κάποιου ανθρώπου που το βλέπει να πέφτει. –Πόσες ευχές άραγε να έχουν γίνει για καθένα που έχει βουτήξει στο κενό ;-
Κι ακόμη κι αν οι ελπίδες είναι φρούδες, για κάποιο ανεξήγητο λόγο μένουμε στη πεποίθηση ότι μια μέρα θα γίνουν πραγματικότητα.
………………………………………………………………………………………
            Έτσι που λες. Θα  ήθελα να ήσουν…και για ένα λόγο ακόμα. Μαντεύεις ; Για να ευχηθώ να πάρεις ανθρώπινη μορφή και να μείνεις κοντά μου, δίπλα στη καρδιά μου… για να γεμίσεις τις εικόνες μου με αισθήσεις. Θα ήθελα να ήσουν αστέρι για να ευχηθώ  να είσαι αληθινός μέσα στην ζωή μου.
            Έλα όμως που δεν είσαι…κι είναι κρίμα. Διάλεξες να είσαι ο ουρανός. Ο απρόβλεπτος, ατελείωτος ουρανός που με πνίγει με τη βροχή του και με θάβει στο σκοτάδι του… Ένας άκαμπτος, απροσέγγιστος ουρανός καρφωμένος σαν αγκάθι στη μέση του λαιμού μου.
           
            Σε βρίσκω και σε χάνω…ολοένα σε χάνω γιατί δε μπορώ να σ’ ακουμπήσω όπως δε μπόρεσα σα παιδί να πιάσω το φεγγάρι όσο ψηλά κι αν ανέβαινα στη σκάλα.
            Βαρέθηκα να σε χάνω. Βαρέθηκα αυτό το παιχνίδι.
Όσο συνεχίζω να κινώ τα πιόνια νομίζω πως σου μοιάζω όλο και πιο πολύ κι αυτός είναι ο μεγαλύτερος μου φόβος.
            Σ’ αφήνω να πάρεις λοιπόν τη παρτίδα και να νιώσεις λίγο πιο δυνατός μέσα στην απεραντοσύνη σου. Στο χαρίζω εκείνο το «ρουa ματ» φιλαράκι γιατί τελικά έχω την ανάγκη να στήσω τα πιόνια από την αρχή.