Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

ΝΕΡΑΙΔΑ



                                                ΝΕΡΑΙΔΑ


«Suddenly I know I’m not sleeping hello I’m still here… all that’s left of yesterday…»
                                                                        EVANESCENCE



            Τρίζει η μοναξιά. Κι εκείνος ο ήχος της σιωπής καθώς χτυπάει στους τοίχους του δωματίου με ανατριχιάζει. Ένας ήχος σαν αυτόν που κάνουν οι πορσελάνινες κούκλες όταν τους κουνάς τα χέρια · εκείνο το ξερό κρακ-κρακ της πορσελάνης που τρίβεται.
            Κι εσύ φοβόσουν τις κούκλες · αυτές με τα γυάλινα μάτια που έλαμπαν μέσα στο σκοτάδι , τα τέλεια πρόσωπα τους που γίνονταν σκληρά με τις σκιές από το φως , τη παγωμένη ακινησία τους… Αυτή η ακινησία που φάνταζε πως θα έσπαγε μετά τα μεσάνυχτα.

            Βιαζόσουν. Από τότε που σε θυμάμαι βιαζόσουν για τα πάντα. Να πας πρώτη σχολείο , να ψηλώσεις ,να βρεις τον έρωτα. Ήθελες να μεγαλώσεις γρήγορα , να φύγεις , να αρχίσεις το ξέφρενο κυνήγι με την απόχη προσπαθώντας να πιάσεις τις πολύχρωμες ονειροπεταλούδες. Η πιο τολμηρή από τις δυο. Η πιο δυνατή. Κι αυτή που αποχώρησε πρώτη.
           
            Όπου και να πάω ο τόπος με πνίγει. Δε χωράω πουθενά. Όλα γίνονται ασφυκτικά μικρά και δε μπορώ να αναπνεύσω. Θέλω να ουρλιάξω κι η φωνή δε φτάνει μέχρι το στόμα . Σα να τη τραβά κάποιος με δύναμη προς τα κάτω. Περπατάω στο δρόμο κι πέφτει μια βαριά μαύρη κουρτίνα που με διαχωρίζει από τον κόσμο.
Είμαι αλλά ταυτόχρονα λείπω. Ακούω τις φωνές , βλέπω, μα νιώθω όλα να είναι ένα φάντασμα από μια άλλη διάσταση. Όπως η αίσθηση του να μπαίνεις σε μια ταινία , να βλέπεις τη δράση αλλά εσύ απλά να παρακολουθείς χωρίς να μπορείς να συμμετέχεις.


            Στο μυαλό μου τρέχουν συνεχώς εικόνες… Εικόνες από στιγμές. Τα αυτιά γεμίζουν ήχους από αναμνήσεις. Κι αυτή η συνάντηση εικόνων, ήχων , χρωμάτων από βιώματα έρχεται και με χτυπάει με λύσσα στα βράχια της θύμησης. Το κύμα ορμητικό σκάει πάνω μου και με σκάβει ώσπου γίνομαι ένα ανάγλυφο λειψών ονείρων…
Μετατρέπομαι σε ανδρείκελο που χορεύει στον φάλτσο ρυθμό ενός σπασμένου μουσικού κουτιού.

            Σα χτες μοιάζουν τα χρόνια που χωνόμασταν μέσα στις γυαλιστερές σελίδες των παραμυθιών και διαβάζαμε για όμορφες πριγκίπισσες , για μαγεμένους βατράχους, για θαύματα που συνέβαιναν σε ανύποπτο χρόνο κι έδιναν λύση σαν από μηχανής θεός . Κι έτσι επιλέξαμε να ζούμε τη κάθε μέρα · με μαγεία και φαντασία. Εγώ το ξωτικό κι εσύ η νεράιδα. Ρόλοι που σα παιδιά επιλέξαμε ,προσδίδοντας μια ψευδαίσθηση παραμυθιού στη γκρι πραγματικότητα. Ρόλοι που κρατήσαμε και σα μεγάλα μα πάντα παιδιά.

………………………………………………………………………

            Και περνούσαν τα χρόνια. Κι η νεράιδα άνοιγε τα  φτερά της και γινόταν τεράστια ,όμορφη τόσο πολύ… Και πετούσε τόσο ψηλά… σ’ ένα κόσμο που είχε μάθει να ζει με τα πόδια κολλημένα μέσα στο τσιμέντο.
            Ώσπου μια μέρα ήρθε ένας ξυλοκόπος κι έκοψε το δέντρο που κατοικούσε και προστάτευε η νεράιδα. Μα όταν πεθαίνει η φωλιά της, πεθαίνει μαζί και αυτή.
Κι έτσι απλά η μικρή νεράιδα έγειρε στο χώμα δίπλα από το δέντρο της και κοιμήθηκε για πάντα. Έφυγε ήσυχα, αθόρυβα, τόσο μαγικά όσο είχε μπει στον κόσμο μας.


            Κοιμήθηκες για πάντα και δε πρόλαβα να σου πω ούτε καληνύχτα. Έφυγες αφήνοντας με να τελειώσω ένα παραμύθι που κουτσαίνει. Μόνη μου… να πολεμάω ο,τι με τρομάζει.
            Εύχομαι ο ύπνος σου να είναι γλυκός και βαθύς…Ίσως σε κάποιο όνειρο ν’ ανταμώσουμε πάλι…

Ένα λαβωμένο ξωτικό

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου