Πέμπτη 11 Οκτωβρίου 2012

τρύπα






«Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές της παλάμης, η Μοίρα, σαν κλειδούχος μια στιγμή θα συγκατατεθεί ο Καιρός»..Κοιτώ την ημερομηνία και δε μπορώ παρά να νιώσω έναν κόμπο στο στομάχι μου, ένα κενό που χάσκει και μπάζει αέρα… Παράξενο πράγμα η καρδιά…Όσο και να πληγώνεται, να πεισμώνει ,δε σβήνει , δε διαγράφει…Ούτε ξεχνά. Απλά κουκουλώνει με σεντόνι αυτά που μας πονάνε περισσότερο-για λίγο όμως. Ανώφελο. Σχεδόν πάντα φυσάει και το σεντόνι το παίρνει και το σέρνει ο αέρας.
            Κι η δική μου έτσι ξεσκέπαστη, έχει μείνει να ματώνει · και δεν έχω με τίποτα να τη τυλίξω .Γιατί στην αγάπη δεν υπάρχει κανένα κουρέλι να ντυθείς. Είσαι γυμνός απέναντι στο απροσδόκητο και το άγνωστο.

 Όμως είπα πως αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά. Θα χτίσω μ’ ατσάλι την καρδιά, ψυχρό τείχος γύρω της να μη νιώθει. Κι όταν θα πάω να κλάψω θα γυρνώ από την άλλη και θα σκουπίζω τα δάκρυα μου πριν προλάβουν να κυλήσουν. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως αυτή τη φορά δε θα πέσω, δε θα με αφήσω να σκιστώ πάνω στον φράχτη σου. Πως θα σφίξω τη καρδιά γερά πάνω μου και θα της κλείσω το στόμα να μη φωνάζει, να μη τη δεις να βήχει αίμα..

«Μες στους τέσσερις τοίχους, το ταβάνι ,το πάτωμα ,να φωνάζω από σένα  και ν’ αγριεύουν οι άνθρωποι ».Παράξενο πράγμα η καρδιά στο είπα και πιο πάνω. Συντηρεί τη μνήμη των πραγμάτων · ακόμη κι αυτών που θέλουμε να ξεχάσουμε. Γιατί πραγματικά αυτό ήθελα… να ξεχάσω τα πάντα ,σα να μην υπήρξες.

            Αλλά αρκεί μια εικόνα, μια μυρωδιά, ένα μέρος για να σε φέρει πάλι πίσω και να στοιχειώσει με αναμνήσεις το μυαλό μου. Υπάρχεις παντού χωρίς να το θέλω. Μέσα από τον αέρα που αναπνέω, μέσα από τους ήρωες των βιβλίων, μέσα από τους στίχους ενός τραγουδιού, πίσω από τις λέξεις μου που γεμίζουν σελίδες τετραδίων. Πάντα εκεί… διαρκώς…Κι όσο σε διώχνω σαν κακόγουστο αστείο γυρνάς πίσω πιο δυναμικά. Δεν έχω κουμπί διαγραφής, μακάρι να είχα. Θα είχα γλιτώσει τον εαυτό μου από πολλές απογοητεύσεις και από δυσάρεστες θύμησες. Θα ήμουν ήρεμη και θα συνέχιζα τη φυσιολογική ροη της ζωής μου γιατί απλά δε θα είχες κάνει ποτέ στάση στον δικό μου σταθμό.

«Πως αλλιώς αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι».Ναι αγαπάνε οι άνθρωποι κι αυτή είναι η μεγάλη τους αδυναμία. Κι  όσο κι αν δε θέλω να βλέπω την εικόνα σου, όση αποστροφή κι αν μου προκαλούν τα λόγια σου, όσο μισώ την ιδία την  ύπαρξη σου στη ζωή μου άλλο τόσο σ’ αγαπώ. Ας έλεγα στον εαυτό μου πως δεν ήσουν παρά κάτι επιπόλαιο, κάτι φευγαλέο και ασήμαντο και πως στο κάτω κάτω δεν ένιωσα τίποτα για σένα. Ψέματα πίσω από τα οποία δε μπορούσα να κρυφτώ ούτε να τα πιστέψω.
Το ήξερα μέσα από τα τόσα βράδια που δε μπορώ να κοιμηθώ, που δε μπορώ να φάω, που δε θέλω να βγω…Το ήξερα πως ήταν ψέματα από τις ατέλειωτες ώρες που περνούσα διαβάζοντας, γράφοντας κι  ακούγοντας τραγούδια που σε θύμιζαν .Κορόιδευα τον εαυτό μου πως όλα αυτά γίνονται βάση δικών μου επιλογών…Μισώ που το λέω αλλά δεν ήταν ποτέ έτσι .Δε θα γυρίσω πίσω να κοιτάξω. Αλλά αυτό δε με εμποδίζει να νιώθω , δε σταματάει το μυαλό μου να σε σκέφτεται.


«Επειδή το αδοκίμαστο και το απ’ αλλού φερμένο δε τ’ αντέχουν οι άνθρωποι»…Δεν ήξερα ποιος ήσουν ούτε πως θα κατέληγε η ιστορία…Όταν σε γνώρισα  ήμουν γεμάτη πληγές που ίσα ίσα είχαν αρχίσει να κλείνουν. Ήμουν γεμάτη ανασφάλειες, φοβίες και με μια καρδιά εύθραυστη. Παρόλα αυτά όμως την άφησα στα χέρια σου και είπα απλά « πρόσεξε τη μη σπάσει». Χαμογέλασες κι είπες πως θα τη φυλάξεις σε βελουδένιο  κουτί για να μη πάθει τίποτα και να είναι απόλυτα προστατευμένη. Και μ’ αγκάλιαζες με την υπόσχεση πως δε θα πάθω τίποτα όσο είμαι κοντά σου… Έτσι έλεγες και μ’ έκανες να το πιστεύω. Μέχρι που μια μέρα μπήκα στο δωμάτιο και τη βρήκα κομμάτια και σένα από πάνω της να τη πατάς με μανία. Είπες πως δεν είναι αυτό που νομίζω. Μια ηλίθια δικαιολογία για κάτι τόσο σημαντικό.


«Θα πενθώ πάντα-μ’ ακούς ;- για σένα, μόνος στον Παράδεισο».Έφυγα. Αποφάσισα να μείνω μόνη μου γιατί όσο και να ήθελα δε μπορούσα να σε πιστέψω. Όσο και να ήθελα τα βράδια να κουλουριάζομαι σαν μωρό στην αγκαλιά σου αυτό που είδα ήταν αρκετό ώστε αυτή μου η σκέψη να με τρομάζει μόνο σαν ιδέα…
Κι έπνιξα τα θέλω μου γιατί η καρδιά εύκολα παρασύρεται από συναισθηματισμούς κι οι επιλογές της πολλές φορές κάνουν κακό αντί για καλό- τουλάχιστον της δικής μου.
Ας ήμουν παιδί της καρδιάς,  επέλεξα να βαδίσω το δρόμο της λογικής · πιο δύσκολος αλλά τουλάχιστον ασφαλέστερος από τον δικό σου.
            Φορτώθηκα στη πλάτη μου αυτά που μοιράστηκα μαζί σου λέγοντας πως θα τα πετάξω στη πρώτη στροφή του δρόμου. Τα λόγια πάντα πιο εύκολα από τις πράξεις. Είχα το κουράγιο να σηκώσω τον σάκο από πάνω μου αλλά δε μπόρεσα να τον ρίξω στον κάδο. Έμεινα εκεί…Στη στροφή του δρόμου να κλαίω με αναφιλητά που δε βρήκα μια εύκολη αγάπη που έτσι εύκολα να με ελαφρύνει από το βάρος της.


            « Ειμ’ εγώ που φωνάζω κι ειμ’ εγώ που κλαίω ,μ’ ακούς…Σ’ αγαπώ,  σ’αγαπώ μ’ ακούς;»…Εδώ δεν έχω να πω τίποτα. Διάβασε τον στίχο, τα λέει όλα…Κάποια πράγματα όμως δεν αλλάζουν. Στο είχα πει · η αγάπη πολλές φόρες δε φτάνει· δε μπορεί να κλείσει όλες τις τρύπες… ούτε καν να τις μπαλώσει…



ANTIO

Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

Χίλια + ένα θέλω



    



Θέλω το πρωί έχοντας κλειστά τα μάτια ακόμα
ν’ απλώνω το χέρι μου και να πιάνω το δικό σου
να νιώθω την ανάσα σου να χαϊδεύει το λαιμό μου
να γυρνάω πλευρό και να βρίσκομαι
Αντικριστά με το πρόσωπο σου
κι απλά να σε χαζεύω…
γιατί ανθρώπινα μάτια δεν είδαν πιο όμορφο θέαμα
από εσένα να κοιμάσαι και να ονειρεύεσαι.


Θέλω να προσπαθώ να δουλέψω
και να μη μπορώ να συγκεντρωθώ
γιατί η σκέψη μου θα γυρίζει πάλι σε σένα
- τι κάνεις, που βρίσκεσαι, τι σκέφτεσαι -
και να μη με νοιάζει αν μου φωνάζουν
ότι είμαι μονίμως αφηρημένη.


Θέλω όταν ακούω τη φωνή σου
να νιώθω αυτή τη περίεργη ανακατωσούρα χαράς,
το μέσα μου σαν ένα πολύχρωμο αερόστατο
που φουσκώνει αέρα
να θέλει ν’ απογειωθεί και να πετάξει.


Κι όταν σε βλέπω
να αντιδρώ σα να έχω δει το ωραιότερο ηλιοβασίλεμα του κόσμου.
Να μυρίζω το άρωμα σου
σα να ήταν το χειρότερο ναρκωτικό…
Και να μου λύνονται τα γόνατα
και να ντρέπομαι
που δε μπορώ να περπατήσω μακριά από την αγκαλιά σου.


Θέλω να μη μπορώ να βρω πουθενά ησυχία
όταν περνά η ώρα και δεν έχω νέο σου.
Και να βάζω με το νου μου τα χειρότερα
και να ζηλεύω μέχρι και τον αέρα
που παίζει με τα μαλλιά σου.
Και μεμιάς όλα αυτά να ξεχνιούνται
μόλις φανείς από τη γωνία του δρόμου.


Θέλω όταν μαλώνουμε,
να κάθομαι στο πάτωμα
γύρω από μια στοίβα χαρτομάντιλα,
να κοιτάω τις φωτογραφίες μας
ακούγοντας όλα τα τραγούδια αγάπης.
Να θέλω να σου πω συγγνώμη
αλλά ο εγωισμός μου να μη μ’ αφήνει.
Κι εκεί που έχω βυθιστεί στη σιωπή
να λύνομαι στα δάκρυα
για εκείνη τη σοκολάτα που σου είχα χαρίσει
επειδή είπες πως απλά δεν την είχες δοκιμάσει.
Γιατί ήταν η αγαπημένη μου.
Και να θυμώνω που δεν καταλαβαίνεις
πως όταν δεν είμαι μαζί σου υποφέρω.


Κι όταν μου λες πως χωρίζουμε
να νομίζω πως αυτή η φορά
ήταν η τελευταία
και να γίνομαι χώμα.
Και να φωνάζω μόνη μου
μέσα σ’ ένα σπίτι
που οι τοίχοι
φαίνονται πιο ασφυκτικοί και θλιβεροί από ποτέ.

Θέλω να καπνίζω το ένα τσιγάρο πίσω από τ’ άλλο
εγώ που δε κάπνιζα ποτέ μου…
να γεμίζω σελίδες τετραδίων με τ’ όνομα σου
και μετά να τις σκίζω από τα νεύρα μου.
Να σέρνω το κουφάρι μου
από το ένα δωμάτιο στο άλλο
χωρίς να μιλάω κι έχοντας να φάω για μέρες.
Κι όταν θυμάμαι όλα αυτά που έζησα μαζί σου
η ψυχή μου να γίνεται βαριά
γιατί τώρα ο κόσμος φαντάζει μισός και άδειος,
χωρίς καμία σημασία.
Να παρακαλάω τον χρόνο να γυρίσει πίσω
αλλά αυτός να μη μ’ ακούει
και να βρίζω
που δεν υπάρχει ένα παραμύθι με άσχημο τέλος
για να με παρηγορήσει.


Θέλω όταν συναντιόμαστε τυχαία
και παριστάνεις πως δε με βλέπεις και δε μου μιλάς
να σε μισώ όσο δε μίσησα ποτέ κανέναν
μα όταν πηγαίνω πίσω στο σπίτι
ν’ αναρωτιέμαι πως γίνεται
τόσο πολύ να σε θέλω.


Κι όταν φύγεις από μένα
κι περάσουν τα χρόνια
και χάσω τα ίχνη σου κι εσύ τα δικά μου
κάποιο βράδυ Δευτέρας
να σε δω να κάθεσαι στο παγκάκι
εκείνου του πάρκου που είχαμε καθίσει τη πρώτη φορά
και να ξέρω πως απόψε σου έλειψα
κι ήθελες έστω για λίγο, με κάποιο τρόπο να με νιώσεις.
Και να μη πούμε λέξη
απλά το φιλί σου ν’ ανταμώσει το δικό μου
και να μην έχει περάσει στιγμή
από εκείνη την ημέρα.


Θέλω να σου χαρίσω όσα δεν ονειρεύτηκε ποτέ κανείς
γιατί αξίζεις όλη την ευτυχία του κόσμου.
Κι ακόμη αν σ’ αυτή τη προσπάθεια
χάσω τον εαυτό μου
θα είμαι χαρούμενη
γιατί τον έδωσα για σένα…
γιατί ήσουν ο θεός μου
κι έπρεπε να λατρευτείς
με τον σωστό τρόπο.


Μα αν είναι κάτι
που θα ’θελα πιο πολύ
είναι να ζήσω χίλιες ζωές
μόνο και μόνο για να στις χαρίσω.
Και να γυρνάω κάθε φορά σαν άνθρωπος
για να μπορώ να φωνάζω
πόσο αληθινά, πόσο δυνατά,
πόσο ακατάπαυστα, πόσο ανεξέλεγκτα
πόσο μοναδικά ηλίθια
σ’ αγαπάω

Τετάρτη 3 Οκτωβρίου 2012

τίποτα




Είμαι από τους ανθρώπους που αρέσκονται να χτυπάνε τον εαυτό τους μέχρι τελικής πτώσης. Δεν εξηγείται γιατί το κάνω αυτό…γιατί το κάνω τώρα που οι τρύπες στο κορμί μου χάσκουν ακόμα σαν παραφουσκωμένα μπαλόνια…Μάλλον το μολύβι καθοδηγεί το χέρι μου σκιτσάροντας το όνομα σου.
            Όταν ήμουν μικρή μου έλεγες ιστορίες για θεϊκούς προστάτες, για τον φύλακα άγγελο που παίρνει θέση δίπλα σε κάθε νέα ζωή και την προστατεύει μέχρι να κλείσει τον κύκλο της. Θυμάμαι τότε, που σε ρώτησα αν είχα και εγώ σαν όλους τους άλλους έναν άγγελο. Γέλασες και μου απάντησες πως ήμουν από τους τυχερούς γιατί είχα δυο προστάτες αγγέλους να με προσέχουν. Και με αυτά τα καθησυχαστικά λόγια κοιμήθηκα γλυκά,  κουβαριασμένη στα γόνατα σου.
            Έχοντας φτάσει σε αυτό το χρονικό σημείο του εαυτού μου, καταλαβαίνω πως μερικές ιστορίες λέγονται απλά για να βάζουμε τα παιδιά για ύπνο. Πνίγουμε το μυαλό τους στα ψέματα της φαντασίας για να έχουμε χρόνο για τους εγωιστικούς εαυτούς μας ,εφησυχασμένοι στον βαθύ ύπνο που τύλιξε τα παιδιά.
            Ο δικός μου ο ύπνος κράτησε μόλις 20 χρόνια. Με θεωρώ ήδη τυχερή γιατί οι περισσότεροι αργούν πολύ να ξυπνήσουν κι άλλοι απλά ονειρεύονται όλη τους τη ζωή.
Όταν άνοιξα τα μάτια μου κανένας από τους φύλακες μου δεν ήταν εκεί…  Ο ένας έσπασε το τόξο και τα βέλη του, ξερίζωσε τα φτερά του κι έγινε άνθρωπος γιατί αποφάσισε πως τελικά χρειαζόταν κι αυτός λίγη προστασία.
 Όσο για τον άλλον… εκείνος απλά με πούλησε στο σκλαβοπάζαρο των ψυχών για ένα σακουλάκι χρυσά νομίσματα.
Γιατί αυτός ο άγγελος ζήλευε από πάντα τις ανθρώπινες αδυναμίες και κρυφό του όνειρο ήταν να τρυπώσει στο κόσμο τους και να τους κατακτήσει.
            Το ήξερα μέσα μου… Το ήξερα ότι αυτός ο άγγελος , ο πιο δυνατός από τους δυο ήταν επιρρεπής στα ανθρώπινα , αχαλιναγώγητα ένστικτα. Μα ακόμα κι έτσι τον αγαπούσα και τον πίστευα γιατί κάθε βράδυ με νανούριζε με την ίδια υπόσχεση ̇ πως θα είναι πάντα άγρυπνος φρουρός δίπλα μου . Παραδινόμουν στην αγκαλιά του χωρίς να σκέπτομαι πολύ αφού κατά βάθος είχα ανάγκη να νιώθω πως έχω μια σταθερή βραχονησίδα κάπου στο ποτάμι της ζωής μου… Το κακό βλέπεις με τους ανθρώπους, είναι πως όταν ακούν αυτό που θέλουν,  παραδίνονται άνευ όρων.
           
            Μου πήρε 20 χρόνια για να ανοίξω τα μάτια μου και να διαλύσω την ομίχλη από τα ασφαλή όνειρα μου. Μου πήρε 20 χρόνια για να βρω το κουράγιο να απλώσω το χέρι μου και να τραβήξω τη μάσκα του φύλακα μου.
            Την ημέρα που η μάσκα έπεσε και είδα την αλήθεια μέσα από τα κόκκινα μάτια του θηρίου που αντίκριζα πια μπροστά μου, ράγισε ο καθρέφτης μου που συγκρατούσε τα όνειρα, τις άμυνες και τις μελανιασμένες μου ελπίδες.
            Τότε εκείνος, σα να μη μοιράστηκε ποτέ μαζί μου ούτε ένα δευτερόλεπτο της στιγμής, με κλώτσησε , με τρύπησε με τα νύχια του και με κάρφωσε με σίδερα στον τοίχο. Κι όταν η τελευταία ανάσα ζωής πήγε να ελευθερωθεί από μέσα μου ,με ξεκρέμασε και με πέταξε στο δρόμο για να πεθαίνω και να ζω τη τελευταία  μου στιγμή κάθε μέρα.

            Ήμουν χωρίς ρούχα μέσα στο κρύο ̇ είχα μελανιάσει και οι πληγές μου είχαν αρχίσει να βρωμάνε και να σαπίζουν. Αυτός απλά καθόταν στο περβάζι του παράθυρου του καπνίζοντας και κάνοντας με χάζι να πασχίζω να σύρω το κουφάρι μου λίγα μέτρα πιο κάτω. Τον ευχαριστούσε πολύ το θέαμα που του προσέφερα. Δωρεάν πόνος ,δάκρυ σε τιμή ευκαιρίας.
            Από αυτή την ιστορία πιο πολύ με πόνεσε η ανικανότητα μου να εμπιστευτώ τον εαυτό μου και ο φόβος μου να ξυπνήσω. Το ήξερα από την αρχή πως ο « άγγελός »μου είχε μαύρα φτερά, πως γλειφόταν για τη στυφή γεύση από το αίμα μου…      
Για αυτό και δε με ξάφνιασε η αποκάλυψη του αληθινού του πρόσωπου. Η καρδιά ήθελε να πιστεύει πως ήταν αληθινός ,πως ήταν εκεί για μένα…


            Άγγελε ή όπως κι αν είναι το τωρινό όνομά σου, μου γκρέμισες μέχρι και τη τελευταία πέτρα από τα θεμέλια μου ,μου θέρισες και το τελευταίο στάχυ της ελπίδας μου. Με έσκισες και ήπιες μέχρι και τη τελευταία σταγόνα από το αίμα μου.
            Τώρα , χωρίς όνειρα να βαραίνουν τις πλάτες μου , χωρίς τίποτα να κυλάει στις φλέβες μου και χωρίς τίποτα να με κρατάει πίσω, κάνω το πρώτο μου βήμα όντας πραγματικά ελεύθερη και περιμένω το χρόνο να χτυπήσει τα δάχτυλα του κι  έτσι απλά να σε ξεφτίσει.
Δεν έχεις τίποτα άλλο να καταστρέψεις από εμένα πια.